δήλημα

δήλ-ημα, ατος, τό,
A mischief, bane,

ἄνεμοι χαλεποί, δηλήματα νηῶν Od.12.286

;

ὁδοιπόρων A.Fr.123

;

βροτοῖσιν h.Ap.364

, cf. S.OT1495;

τύχης δηλήμασι IPE2.197

(Pantica-paeum).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δήλημα — δήλημα, το (Α) [δηλέομαι (Ι)] βλάβη, αίτιο καταστροφής («ἐκ νυκτῶν δ ἄνεμοι χαλεποί, δηλήματα νηῶν γίγνονται») …   Dictionary of Greek

  • δήλημα — mischief neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηλήμασι — δήλημα mischief neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηλήματα — δήλημα mischief neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηλέομαι — (I) δηλέομαι και δαλέομαι (Α) 1. (για πρόσωπα) βλάπτω, φέρνω βλάβη σε κάποιον (τυχαία ή σκόπιμα) (α. «μήπως, ἵππους δηλήσεαι», Ιλ. β. «ἠέ σε... ἄνδρες ἐδηλήσαντο» σέ έβλαψαν, σέ φόνευσαν, Οδ.) 2. (για πράγματα) προκαλώ βλάβες, φθείρω («οὐδὲ ποτ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.